Articles
Χρειάζεται αναθεώρηση το κεφάλαιο για τη δικαστική εξουσία;
Το Σύνταγμά μας αφιερώνει ένα εκτενές κεφάλαιο στη δικαστική εξουσία με ευρύτατες εγγυήσεις για την άσκησή της και τη λεπτομερή εδραίωση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών, με την κατάταξη των δικαστηρίων στους δύο βασικούς δικαιοδοτικούς κλάδους (πολιτικά/ποινικά και διοικητικά δικαστήρια) και την κατοχύρωση των αρμοδιοτήτων τους, με την ευρεία αναγνώριση σε όλα ανεξαιρέτως τα δικαστήρια υποχρέωσης ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, καθώς και με την καθιέρωση του δικαιώματος της επώνυμης μειοψηφίας στις δικαστικές αποφάσεις. Πρόκειται για σημαντικές διατάξεις που περιχαρακώνουν τη δικαστική εξουσία και την προστατεύουν θεσμικά από έξωθεν και άνωθεν παρεμβάσεις. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το ελληνικό Σύνταγμα χειρίζεται τους δικαστές και τα δικαστήρια με την προσήκουσα προσοχή, οπότε γεννάται το ερώτημα αν (και εφόσον ναι σε ποιον βαθμό) χρήζουν αναθεώρησης οι ήδη αναλυτικές διατάξεις του σχετικού κεφαλαίου.
Σε κάθε περίπτωση η αναθεώρηση δεν έχει εδώ υψηλή προτεραιότητα, αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι σε σύγκριση με άλλα Συντάγματα το δικό μας Σύνταγμα είναι στο κεφάλαιο αυτό ιδιαίτερα προοδευτικό και προστατευτικό. Τούτο δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης σε σημεία που έχουν απασχολήσει την κοινή γνώμη, τρία από τα οποία θα θίξω στη συνέχεια.
Πολύς λόγος έχει γίνει και εξακολουθεί να γίνεται για τον τρόπο ανάδειξης της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, δεδομένου ότι η τελική επιλογή παραμένει στο Υπουργικό Συμβούλιο μετά από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Έχω επανειλημμένα τονίσει ότι η σχετική ρύθμιση μπορεί να ενοχλεί, διότι επιφέρει μεν μία ρωγμή στο σύστημα της αυτοδιοίκησης της δικαιοσύνης, αλλά αποτελεί και τον μόνο χαλαρό κρίκο που συνδέει την άσκηση της δικαστικής εξουσίας με τη λαϊκή κυριαρχία και επιβεβαιώνει ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό, όπως ακριβώς επιτάσσει το (μη υποκείμενο σε αναθεώρηση) άρθρο 1 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος. Όσοι λοιπόν επιμένουν στην ανάγκη κατάργησης και αυτού του ελάχιστου συνδετικού κρίκου, οφείλουν να εξηγήσουν με ποιον τρόπο οι προτάσεις τους συμβιβάζονται με όσα ορίζει το άρθρο 1. Η δε συζητούμενη ανάθεση της τελικής απόφασης στη Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία ή στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας δύσκολα θα λύσει το πρόβλημα, διότι η μικρή και μικρή πείρα με τους χειρισμούς της Βουλής κατά τη την επιλογή των ηγεσιών των ανεξάρτητων αρχών δεν είναι σκόπιμο να μεταφερθεί στη δικαιοσύνη, ενώ η εμπλοκή του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι αμφίβολο αν ταιριάζει στον ρυθμιστικό ρόλο που του επιφυλάσσει το Σύνταγμα.
Γνώμη μου είναι ότι μετά τη βελτίωση που επήλθε με τον πρόσφατο νόμο 5123/2024, ο οποίος προβλέπει τη διατύπωση γνώμης από τις Ολομέλειες των Ανώτατων Δικαστηρίων με μυστική ψηφοφορία, προκειμένου να καμφθεί η κριτική που είχε ασκήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις εκθέσεις της για την κατάσταση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα, δεν είναι απαραίτητο να αλλάξει η προβλεπόμενη στο Σύνταγμα διαδικασία. Αν κάτι θα άξιζε να ζυγίσει ο αναθεωρητικός νομοθέτης, θα ήταν η κατάργηση της τετραετίας για τις θητείες των Προέδρων των τριών Ανώτατων Δικαστηρίων, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και των Γενικών Επιτρόπων των διοικητικών δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ο περιορισμός επήλθε με την αναθεώρηση του 2001 και επιβεβαίωσε την ούτως ή άλλως ακολουθούμενη πράξη των μικρής διάρκειας θητειών, η οποία μπορεί να ικανοποιεί τις φιλοδοξίες περισσότερων προσώπων, αλλά δεν έχει θέση σε ένα συνταγματικό κείμενο που οφείλει να είναι λιτό.
Ένα ζήτημα που επανέρχεται στον δημόσιο διάλογο είναι η πιθανή ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου. Αληθεύει βεβαίως ότι ο θεσμός των συνταγματικών δικαστηρίων γνώρισε μεγάλη άνθηση τις τελευταίες δεκαετίες, ιδίως τα κράτη που ανήκαν στο σοβιετικό μπλοκ προχώρησαν αμέσως μετά τον εκδημοκρατισμό τους στην ίδρυση συνταγματικών δικαστηρίων, με αποτέλεσμα να είναι ασφαλώς λιγότερα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και του Συμβουλίου της Ευρώπης που δεν διαθέτουν παρόμοια όργανα. Παρά τη θεαματική αύξηση των συνταγματικών δικαστηρίων φρονώ ότι δεν ενδείκνυται να παρασυρθούμε από την τάση αυτή. Πρώτον συνηθίζεται τα μέλη των συνταγματικών δικαστηρίων να επιλέγονται για συγκεκριμένη θητεία από πολιτικά όργανα (Βουλή, Κυβέρνηση, Πρόεδρος Δημοκρατίας) με «πολιτικά» κριτήρια, δηλαδή με μία πρακτική που είναι άγνωστη σε μας. Δεύτερον και κυριότερο, στη χώρα μας το σύστημα του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων λειτουργεί ικανοποιητικά, έχουμε αποκτήσει μία παράδοση σ΄αυτόν τον τομέα και διαπιστώνουμε ότι τα δικαστήρια ανταποκρίνονται στην υποχρέωσή τους να μην εφαρμόζουν νόμους, το περιεχόμενο των οποίων έρχεται σε αντίθεση με το Σύνταγμα, ενώ τα μειονεκτήματα του διάχυτου ελέγχου αδυνατίζουν, διότι το ερώτημα της αντισυνταγματικότητας φθάνει στα ανώτατα δικαστήρια (και ιδίως στο Συμβούλιο της Επικρατείας) και η σχετική κρίση περιβάλλεται με το κύρος αυτών των σχηματισμών. Μάλιστα η τάση συγκεντρωτισμού του ελέγχου ενισχύθηκε μετά την αναθεώρηση του 2001 λόγω της υποχρεωτικής παραπομπής της (αντι)συνταγματικότητας στις Ολομέλειες των τριών ανώτατων δικαστηρίων της χώρας μας (άρθρο 100 παρ. 5).
Τέλος και εφόσον κρίνεται απαραίτητο να καθορίζεται το χρονικό όριο αποχώρησης των δικαστικών λειτουργών στο Σύνταγμα, είναι σκόπιμο να επανεξετασθούν οι αντίστοιχες ρυθμίσεις, ώστε να ανταποκριθούν στις σύγχρονες εξελίξεις και να δώσουν την ευκαιρία σε έμπειρους δικαστές να παραμείνουν στο σώμα και να συνεχίσουν να προσφέρουν τις πολύτιμες υπηρεσίες τους. Άλλωστε δεν πρέπει να λησμονούμε ότι μέχρι την έναρξη ισχύος του Συντάγματος (του 1975) το όριο αποχώρησης των δικαστών από τον βαθμό του προέδρου ή εισαγγελέα εφετών και άνω ήταν το 70ο έτος και ότι, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 118, αυτό άρχισε να μειώνεται από το 1977 κατά ένα έτος ετησίως μέχρι να φθάσει το 67ο έτος. Προκειμένου να μην επέλθει αναστάτωση, θα μπορούσε η παράταση να έχει εθελοντικό χαρακτήρα και να μην υπερβαίνει το 70ο έτος.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ Σαββατοκύριακο (21 Δεκεμβρίου 2024).
ARTICLES
Der Prozess gegen die "Goldene Morgenröte"
Eine Strafkammer des Oberlandesgerichts Athen hat die politische Partei "Goldene Morgenröte" als kriminelle Organisation bezeichnet und ihre prominenten Mitglieder zu erheblichen Freiheitsstrafen verurteilt. Vassilios Skouris erklärt die Entstehung und Entwicklung der Partei.
READ MOREΤο κράτος δικαίου ενώπιον του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου
Οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 10/11 Δεκεμβρίου 2020 επιβάλλουν στην Επιτροπή να ασκήσει συγκεκριμένη αρμοδιότητα, την έκδοση κατευθυντηρίων γραμμών, προσδιορίζοντας σε μεγάλο βαθμό το περιεχόμενό τους, αποδίδουν δεσμευτικό χαρακτήρα στις εν λόγω «γραμμές» και τις καθιστούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του υπό ψήφιση κανονισμού.
READ MOREΗ Ελευθερία του Τύπου στο Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο
Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου η ελευθερία του τύπου κατοχυρώνεται ως ελευθερία των μέσων μαζικής ενημέρωσης (ΜΜΕ) σε συνδυασμό με την ελευθερία της έκφρασης στο άρθρο 11 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (ΧΘΔ) της ΕΕ.
READ MORENEWS - ANNOUNCEMENTS
30 October, The Ultra Vires-Scrutiny of the German Constitutional Court after its PSPP judgment
30 October, The Ultra Vires-Scrutiny of the German Constitutional Court after its PSPP judgment – opportunities and risks for Europe?
READ MORERule of Law in the EU: Challenges and Perspetives
The event will take place on 18 February 2021 at 18:00.
READ MOREWorkshop: Mutual trust in times of crisis of EU values: State of play and possible next steps
The online workshop will take place on Wednesday, March 31, 2021 at 17:30.
READ MORE

