Articles
Παρουσία της Ομογένειας στη νομική επιστήμη και στα νομικά επαγγέλματα
Ευχαριστώ θερμά την Ακαδημία Αθηνών και ιδίως τους διοργανωτές της σημερινής εκδήλωσης για την τιμή που μου έκαναν να με συμπεριλάβουν στον κύκλο των εισηγητών και να με ωθήσουν έτσι να ασχοληθώ με ένα θέμα, την έκταση και σημασία του οποίου δεν είχα επαρκώς εκτιμήσει. Τους ευχαριστώ δε ακόμη περισσότερο διότι μου επέτρεψαν να παρουσιάσω την εισήγησή μου διαδικτυακά, αφού δεν μπορούσα να μετακινηθώ για λόγους ανεξάρτητους της θέλησής μου.
Σε αντιδιαστολή προς τα αντικείμενα που παρουσιάστηκαν μέχρι τώρα η αναζήτηση της συμβολής της ομογένειας στη νομική επιστήμη και στα νομικά επαγγέλματα παρουσιάζει ορισμένες ιδιομορφίες, καθώς τα «νομικά», όπως συνηθίζουμε να τα αποκαλούμε, διατηρούν τον εθνικό χαρακτήρα τους, δεν εμφανίζουν δηλαδή τάσεις παγκοσμιότητας, όπως οι λεγόμενες θετικές επιστήμες, αλλά και οι πολιτικές επιστήμες και η οικονομία. Θα μου επιτρέψετε λοιπόν να εξετάσω το θέμα που μου αναθέσατε υπό μία ευρύτερη οπτική από πλευράς αντικειμένου, ταυτόχρονα όμως υπό μία στενότερη οπτική από γεωγραφικής πλευράς, αφού τα ενδιαφέροντα και οι γνώσεις μου περιορίζονται στην Ευρώπη, για την οποία τολμώ να πω ότι έχω μία εικόνα. Ελπίζω λοιπόν στην κατανόησή σας, αν παραλείψω να αναφέρω στοιχεία που αφορούν άλλες ηπείρους, αδικώντας έτσι στελέχη της ομογένειας που διαπρέπουν στον νομικό κόσμο.
Ο εθνικός χαρακτήρας της νομικής επιστήμης δεν οδηγεί αναγκαστικά σε απομονωτισμό, είναι όμως συνυφασμένος μέχρι ένα βαθμό με την εθνική κυριαρχία, καθώς η ίδρυση και λειτουργία του σύγχρονου κράτους πιστοποιείται πρωτίστως με την ανάθεση της παραγωγής των νόμων αποκλειστικά σε δικά του όργανα. Μάλιστα η σύνδεση της εθνικής κυριαρχίας με τη νομοπαραγωγική δραστηριότητα δεν είναι καθόλου παρωχημένη, αν αναλογισθούμε ότι βασικός λόγος της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν και είναι η ανάκτηση της εξουσίας θέσπισης και τροποποίησης των νόμων που θα εφαρμόζονται στην επικράτειά του. Θυμίζω ότι η πλούσια και πυκνή νομοθεσία της ΕΕ δεν έπαυσε να ισχύει στο ΗΒ παρά το Brexit, προκειμένου να μην υπάρξουν σοβαρά κενά στην εφαρμογή των νόμων, αφού αληθεύει ότι περίπου το 80% των κανόνων που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη της Ένωσης έχει ευρωπαϊκή προέλευση. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι μετά το Brexit οι ευρωπαϊκοί νόμοι μετατρέπονται σε εθνικούς, οπότε το μεν ΗΒ ανακτά το ποσοστό κυριαρχίας που είχε παραχωρήσει στην Ένωση, στο δε βρετανικό Κοινοβούλιο επανέρχεται η εξουσία να τους τροποποιεί, να τους αντικαθιστά ή να τους καταργεί.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, αν δηλαδή διαπιστώνουμε την αναβάθμιση της εθνικής κυριαρχίας, πώς δικαιολογείται η ένταξη της νομικής επιστήμης και των νομικών επαγγελμάτων στη σημερινή ημερίδα? Δικαιολογείται για μία σειρά από λόγους, τους οποίους θα επιχειρήσω να συστηματοποιήσω.
Ο πρώτος λόγος είναι η επίδραση, την οποία ασκούν ωριμότερα συστήματα δικαίου σε λιγότερο προηγμένες έννομες τάξεις, με συνέπεια να δημιουργούνται συγγενείς δικαιϊκοί κύκλοι με άφθονο δανεισμό στοιχείων από τα εξελιγμένα μοντέλα και προσαρμογή τους στα δεδομένα των υπό διαμόρφωση συστημάτων. Στο παράδειγμα της Ελλάδος φαίνεται καθαρά ότι μετά τη μακρά περίοδο της Τουρκοκρατίας παρουσιάσθηκε μεγάλη ανάγκη ταχείας θεσμικής συγκρότησης με τη θέσπιση πλήθους κανόνων, για τη διαμόρφωση των οποίων ήταν φυσικό να υπάρξει προσανατολισμός σε δοκιμασμένα συστήματα δικαίου και να αντληθούν ρυθμίσεις κυρίως από τη Γαλλία και τον γερμανόφωνο χώρο. Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή είχε το μέλος της βαυαρικής αντιβασιλείας Georg Ludwig von Maurer, που ήταν καθηγητής του γαλλικού δικαίου και του γερμανικού ιδιωτικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και στο βραχύ διάστημα της θητείας του στην Ελλάδα παρήγαγε πλούσιο έργο. Ίσως ο συνδυασμός των αντικειμένων της καθηγητικής έδρας του εξηγεί ότι επηρεάσθηκε ασφαλώς από το γερμανικό δίκαιο της εποχής του, δεν αγνόησε όμως καθόλου την αντίστοιχη γαλλική νομοθεσία, η οποία γνώριζε μεγάλη αίγλη λόγω των φιλελεύθερων ιδεών της γαλλικής επανάστασης του 1789 και της επιτυχούς ολοκλήρωσης των ναπολεοντείων κωδίκων. Έτσι εξηγείται σχηματικά η επίδραση τόσο της γερμανικής, όσο και της γαλλικής νομικής παιδείας στη χώρα μας, που είχε και έχει ως αποτέλεσμα τις προνομιακές σχέσεις Ελλήνων νομικών με τους Γερμανούς και Γάλλους συναδέλφους τους. Σημειώνω ότι η σχέση αυτή αποτυπώνεται γλαφυρά στο σπουδαίο πόνημα του Maurer «Ο ελληνικός λαός: Δημόσιο, Ιδιωτικό και Εκκλησιαστικό Δίκαιο από την έναρξη του αγώνα για την ανεξαρτησία έως την 31η Ιουλίου 1834», που εκδόθηκε το 1835 στη Χαϊδελβέργη.
Ο δεύτερος λόγος για το θέμα μου είναι η προϊούσα διεθνοποίηση του εθνικού δικαίου, την οποία δεν προτίθεμαι να αναδείξω σε όλες της τις διαστάσεις, αλλά θα αναφερθώ κυρίως στο πλέγμα του δικαίου της ΕΕ. Η Ελλάδα είναι εδώ και σαράντα χρόνια μέλος της ΕΕ, στην οποία έχει μεταβιβάσει μεγάλο τμήμα της εθνικής της κυριαρχίας, αποδεχόμενη τις δεσμεύσεις που απορρέουν από το ευρωπαϊκό ενωσιακό δίκαιο. Η πραγματικότητα είναι ότι το δίκαιο αυτό έχει αποκτήσει ευρύτατες μέχρι πληθωριστικές διαστάσεις, μετά την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και τις 300 περίπου Οδηγίες που εκδόθηκαν για την εγκαθίδρυση της Ενιαίας Εσωτερικής Αγοράς, καθώς και την επέκταση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης που επήλθε με τις διαδοχικές Συνθήκες του Μααστρίχτ, του Άμστερνταμ, της Νίκαιας και της ισχύουσας Συνθήκης της Λισσαβώνας η οποία συμπεριέλαβε τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και του απέδωσε μάλιστα την ίδια με τις Συνθήκες ισχύ. Ανέφερα προηγουμένως ότι περίπου τα 4/5 των νόμων που ισχύουν στα κράτη μέλη της Ένωσης έχουν ευρωπαϊκή καταγωγή. Τότε όμως συνειδητοποιούμε πόσο ανώφελο είναι να αναζητούμε ακόμη τη θεμελίωση και να συζητούμε την έκταση της άμεσης εφαρμογής και της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου έναντι του εθνικού. Είναι καιρός λοιπόν να αποβάλουμε τον δυστυχώς ακόμη εκφραζόμενο, αλλά συμπλεγματικό φόβο ότι αν δεν αποκρούσουμε την εισχώρηση του ευρωπαϊκού δικαίου σε παραδοσιακούς τομείς της έννομης τάξης, θα θιγούν ιερά και όσια και θα κινδυνεύσουν αναλλοίωτα στοιχεία της εθνικής μας ταυτότητας.
Στη διεθνοποίηση του εθνικού δικαίου συμβάλλει φυσικά και η ραγδαία αύξηση του διεθνούς δικαίου με την ίδρυση διεθνών οργανισμών, καθώς και μέσω διακρατικών συμφωνιών και συνθηκών που ανταποκρίνονται στις ανάγκες της παγκοσμιοποίησης. Δεν θα επεκταθώ περισσότερο στον τομέα αυτό, αφού όμως σας καλέσω να αναλογισθούμε πόσο καθημερινή είναι η επίκληση του διεθνούς δικαίου στις ημέρες μας, όταν η μακρά και σοβαρή κρίση στην Ανατολική Μεσόγειο αντιμετωπίζεται πρωτίστως με την επίκληση του διεθνούς δικαίου και τις δυνατότητες διευθέτησης που αυτό προσφέρει μέχρι την παραπομπή του ζητήματος της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Ένα άλλο παράδειγμα έχει σχέση με την πανδημία. Η χωρίς προηγούμενο κινητοποίηση κρατών και διεθνών οργανισμών για την αντιμετώπιση μίας πρωτοφανούς παγκόσμιας απειλής δοκίμασε τις αντοχές του δικαίου σε πολλαπλά επίπεδα και, ακριβώς λόγω της διεθνοποίησης του εθνικού δικαίου ανάγκασε την ΕΕ να κινηθεί με γοργούς ρυθμούς για τα δικά της δεδομένα και να ανταποκριθεί με ένα κυριολεκτικά υπερβατικό πρόγραμμα ανάκαμψης των εθνικών οικονομιών.
Ένα τρίτο σημείο που αξίζει την προσοχή μας συνδέεται μεν με τα προηγούμενα, εμφανίζει όμως προσφάτως αυξητικές τάσεις. Πρόκειται για την εξωστρέφεια που παραδοσιακά χαρακτηρίζει τους Έλληνες νομικούς, όταν πραγματοποιούν μεταπτυχιακές σπουδές, εκπονούν διδακτορικές διατριβές, επιλέγουν ολοκληρωμένη ακαδημαϊκή σταδιοδρομία ή αξιοποιούν επαγγελματικές ευκαιρίες στο εξωτερικό και ιδίως στην Ευρώπη. Για μας τους παλαιότερους οι βασικές επιλογές ήταν η Γαλλία ή η Γερμανία με μία προτίμηση προς την πρώτη για σπουδές δημοσίου δικαίου και προς τη δεύτερη για εμβάθυνση στο αστικό, το ποινικό και το δικονομικό δίκαιο. Με την ένταξή μας στην ΕΕ πολλαπλασιάσθηκαν οι επιλογές και προστέθηκε κυρίως το ΗΒ, αλλά και ακαδημαϊκά ιδρύματα στην Ολλανδία ή το Βέλγιο που προσέφεραν προγράμματα στην αγγλική γλώσσα. Αυτή η τελευταία στροφή προσδιόρισε και προσδιορίζει και τις γλωσσικές προτιμήσεις με κυρίαρχα πλέον τα αγγλικά, ενώ σε δεύτερη μοίρα περνούν τα γαλλικά και τα γερμανικά. Το δε ρεύμα προς το εξωτερικό διογκώθηκε την περασμένη δεκαετία λόγω της οικονομικής κρίσης και της δυσκολίας ανεύρεσης αξιοπρεπούς εργασίας. Το φαινόμενο του brain drain κατέλαβε και τους Έλληνες νομικούς, στους δε ακαδημαϊκούς κύκλους είχε το δυσάρεστο αποτέλεσμα να οδηγήσει αξιόλογους επιστήμονες σε πανεπιστήμια της Ευρώπης, αφού στις εγχώριες Νομικές Σχολές για μία περίπου δεκαετία προκηρύσσονταν ελάχιστες θέσεις ακαδημαϊκού προσωπικού. Η διαρροή αυτή προς το εξωτερικό αν δεν είναι οριστική, θα διαρκέσει πάντως για μεγάλο διάστημα και μου φαίνεται δύσκολο να αναπληρωθεί με νέες προκηρύξεις.
Έρχομαι τώρα στο δεύτερο τμήμα της εισήγησής μου, για να εκθέσω με βάση τις προηγηθείσες παρατηρήσεις ποια υπήρξε η συμβολή των Ελλήνων νομικών που σταδιοδρόμησαν εν όλω ή εν μέρει στο εξωτερικό. Με δεδομένο τον εθνικό χαρακτήρα της νομικής επιστήμης, πρέπει να σημειώσουμε ότι η οποιαδήποτε συγγραφική, ακαδημαϊκή και γενικότερα επαγγελματική δραστηριότητα των ομογενών συμπατριωτών μας έχει ως σημείο αναφοράς το δίκαιο της χώρας, στην οποία δραστηριοποιούνται, δηλαδή ξένο δίκαιο, πράγμα που αποδεικνύει την ικανότητά τους να κινούνται με άνεση σε ένα ή και περισσότερα διαφορετικά δικαιϊκά συστήματα. Μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις η αφετηρία και το κέντρο βάρους της έρευνάς τους δεν είναι το λεγόμενο συγκριτικό δίκαιο, δηλαδή η αναζήτηση της λύσης ενός νομικού προβλήματος μέσω της σύγκρισης του αλλοδαπού δικαίου με το ελληνικό δίκαιο, αλλά, για να είναι η έρευνα αυτή χρήσιμη στη χώρα υποδοχής, επικεντρώνεται σε ένα θεσμό του ξένου δικαίου. Με άλλες λέξεις το ερευνητικό αντικείμενο δεν οριοθετείται – όπως συμβαίνει συχνά και είναι ασφαλώς και απολύτως θεμιτό – σύμφωνα με τη συγκριτική μέθοδο, αλλά συσχετίζεται με την έννομη τάξη του «κράτους υποδοχής», αποτελεί δηλαδή συνεισφορά στο γαλλικό, γερμανικό κ.ο.κ. δίκαιο. Δεν είναι δε καθόλου σπάνιο Έλληνες νομικοί να επηρεάζουν τις ουσιαστικές θεσμικές εξελίξεις ή να τροφοδοτούν με επιχειρήματα την επιστημονική συζήτηση στις χώρες αναφοράς του έργου τους, ακόμη και να θεωρούνται – με την πραγματοποίηση πλείστων παραπομπών στις πραγματείες τους - αυθεντίες στο πεδίο της ειδίκευσής τους. Και αυτό, μπορώ να βεβαιώσω, δεν είναι καθόλου απλό.
Είναι εύλογο να κατατάξουμε τους εξωστρεφείς Έλληνες νομικούς σε δύο κατηγορίες, σε εκείνους που μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους ή τη συμπλήρωση ενός επαγγελματικού κύκλου επιστρέφουν στην Ελλάδα και σε εκείνους που παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα στη χώρα υποδοχής, συνεχίζοντας την ακαδημαϊκή ή επαγγελματική τους σταδιοδρομία. Οι πρώτοι, μολονότι δεν ανήκουν ακριβώς στην ομογένεια, δεν αποκόπτονται πάντως από το ξένο δικαιϊκό σύστημα, πάνω στο οποίο εργάσθηκαν, αλλά αξιοποιούν τις γνώσεις που απέκτησαν, παραμένουν σε επαφή με τους συναδέλφους τους του συγκεκριμένου χώρου και εξακολουθούν να αρθρογραφούν σε νομικά περιοδικά ή τιμητικούς τόμους. Οι δεύτεροι αφήνουν ήδη λόγω της μακράς παραμονής τους πιο έντονο αποτύπωμα στη χώρα φιλοξενίας και, μετέχοντας ενεργά στον επιστημονικό διάλογο, αναμετρώνται, χωρίς να υστερούν σε τίποτε, με τους ομολόγους τους.
Εδώ θα σταθώ λίγο περισσότερο, διότι παρατηρούμε τον διαρκώς αυξανόμενο κύκλο Ελλήνων καθηγητών σε αλλοδαπά πανεπιστήμια υψηλού κύρους με μία ενδιαφέρουσα γεωγραφική μετατόπιση. Δεν απουσιάζουν φυσικά τα γαλλικά και γερμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα από τον σχετικό κατάλογο, όμως τα πρωτεία φαίνεται ότι κατέχουν πλέον τα βρετανικά πανεπιστήμια που ακολουθούν μία ανοικτή πολιτική προσέλκυσης και απορρόφησης ξένων επιστημόνων, όταν άλλοι συζητούν ακόμη για το αν πρέπει να ανοίξουν οι προκηρύξεις των θέσεων ΔΕΠ σε ξένους υπηκόους! Ασφαλώς διευκολύνει πολύ η αγγλική γλώσσα που τείνει να επικρατήσει ολοκληρωτικά και στη νομική επιστήμη, ενώ ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η ειδίκευση των Ελλήνων πανεπιστημιακών επικεντρώνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι εντυπωσιακό το πλήθος και μεγάλη η διασπορά των Ελλήνων διδασκόντων το ευρωπαϊκό ενωσιακό δίκαιο και μού φαίνεται ότι σε απόλυτους αριθμούς πρέπει να βρίσκονται στην πρώτη θέση όσων εντρυφούν στο ευρωπαϊκό δίκαιο εκτός της χώρας καταγωγής τους. Βέβαια υπάρχει ένα σημείο που δίδει αφορμή για προβληματισμό. Αν όντως οι περισσότεροι από τους Έλληνες καθηγητές που διδάσκουν στα βρετανικά πανεπιστήμια θεραπεύουν το ευρωπαϊκό δίκαιο, ποιες μπορεί να είναι οι επιπτώσεις της αποχώρησης του ΗΒ από την ΕΕ? Προς το παρόν δεν διακρίνουμε ανησυχητικά σημάδια στον ορίζοντα, αλλά φαίνεται πολύ πιθανό – και είναι κρίμα - ότι το Brexit μακροπρόθεσμα θα επηρεάσει και αυτόν τον τομέα.
Δεν πρέπει τέλος να λησμονούμε τους Έλληνες δικαστές στα ευρωπαϊκά δικαστήρια, αλλά και άλλα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα, καθώς και τους υπαλλήλους σε ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς. Για ευνόητους λόγους θα παραλείψω κάθε αναφορά στους δικαστές και θα σταθώ στα στελέχη που βρίσκονται σε μία ευγενή άμιλλα με συναδέλφους τους από άλλες χώρες και διαπρέπουν στον τομέα τους. Έχω συναντήσει Γενικούς Διευθυντές, υψηλόβαθμα στελέχη και αξιόλογους Έλληνες νομικούς στις Νομικές Υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Συμβουλίου, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και πολλών άλλων ευρωπαϊκών και διεθνών οργανισμών, στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Λουξεμβούργο και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Στρασβούργο. Όλοι τους συγκροτούν ένα πλούσιο και αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό που τιμά την χώρα στο εξωτερικό και στο μέτρο του δυνατού επηρεάζει τις εξελίξεις στο αντικείμενο της απασχόλησής του.
Και η Ακαδημία Αθηνών? Ποια είναι η στάση της απέναντι στα φαινόμενα που μόλις περιέγραψα? Τελειώνω την εισήγησή μου, υπογραμμίζοντας ότι και η Ακαδημία από την αρχή της λειτουργίας της κατέχει ένα σημαντικό μερίδιο στην εξωστρέφεια της νομικής επιστήμης. Αποτελεί παράδοση ότι πολλά τακτικά μέλη της Ακαδημίας που κινούνται στον χώρο της νομικής επιστήμης και είναι παρόντα σήμερα είχαν και έχουν φοιτήσει, διδάξει και σταδιοδρομήσει σε ξένα πανεπιστήμια και έχουν εκπονήσει ευάριθμες ξενόγλωσσες μονογραφίες και εργασίες, ενώ με τον θεσμό των ξένων εταίρων, αλλά και με τις επιλογές των αντεπιστελλόντων μελών συντηρείται η στενή επαφή του οργανισμού με τον εξωελλαδικό χώρο και ιδίως με τους άξιους ομογενείς νομικούς. Σ΄αυτή την κατεύθυνση οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι συμβάλλει ασφαλώς και η σημερινή ημερίδα.
Για τις ανάγκες της ομιλίας χρησιμοποίησα κυρίως τις εξής μελέτες:
Ν. Κ. Κλαμαρής, Έλληνες επιστήμονες στη Γερμανία, εις: Ε. Χρυσός/W. Schultheiß, Ορόσημα ελληνογερμανικών σχέσεων, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, 2011, σελ. 223-247.
Ν. Κ. Κλαμαρής, Η επιρροή της γαλλικής νομοθεσίας στη διαμόρφωση των θεσμών του αστικού δικονομικού δικαίου, εις: Ε. Χρυσός/C. Farneau, Ελλάδα και Γαλλία τον 19ο αιώνα, Πρακτικά συνεδρίου, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, 2012, σελ. 203-227.
V. Skouris, Die deutsch-griechischen Beziehungen im Bereich der Wissenschaft, Hamburger Universitätsreden 21, Hamburg University Press, 2015.
ARTICLES
Der Prozess gegen die "Goldene Morgenröte"
Eine Strafkammer des Oberlandesgerichts Athen hat die politische Partei "Goldene Morgenröte" als kriminelle Organisation bezeichnet und ihre prominenten Mitglieder zu erheblichen Freiheitsstrafen verurteilt. Vassilios Skouris erklärt die Entstehung und Entwicklung der Partei.
READ MOREΤο κράτος δικαίου ενώπιον του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου
Οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 10/11 Δεκεμβρίου 2020 επιβάλλουν στην Επιτροπή να ασκήσει συγκεκριμένη αρμοδιότητα, την έκδοση κατευθυντηρίων γραμμών, προσδιορίζοντας σε μεγάλο βαθμό το περιεχόμενό τους, αποδίδουν δεσμευτικό χαρακτήρα στις εν λόγω «γραμμές» και τις καθιστούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του υπό ψήφιση κανονισμού.
READ MOREΗ Ελευθερία του Τύπου στο Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο
Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου η ελευθερία του τύπου κατοχυρώνεται ως ελευθερία των μέσων μαζικής ενημέρωσης (ΜΜΕ) σε συνδυασμό με την ελευθερία της έκφρασης στο άρθρο 11 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (ΧΘΔ) της ΕΕ.
READ MORENEWS - ANNOUNCEMENTS
30 October, The Ultra Vires-Scrutiny of the German Constitutional Court after its PSPP judgment
30 October, The Ultra Vires-Scrutiny of the German Constitutional Court after its PSPP judgment – opportunities and risks for Europe?
READ MORERule of Law in the EU: Challenges and Perspetives
The event will take place on 18 February 2021 at 18:00.
READ MOREWorkshop: Mutual trust in times of crisis of EU values: State of play and possible next steps
The online workshop will take place on Wednesday, March 31, 2021 at 17:30.
READ MORE

